23.7.11

Ο υδροσυλλέκτης του παπα-Κωνσταντίνου ολυμπιακών προδιαγραφών


 

Μετά την τελευταία μου επίσκεψη στον Αγιο Θεράποντα, όπου άκουσα τις συνομιλία του παπα-Κωνσταντίνου, του ψάλτη και του καντηλανάφτη περί χαρτζιλικιών από τον έρανο και τέτοια, η αλήθεια είναι πως κάτι ράγισε τη γατίσια καρδούλα μου (ΝΙΑΟΥ). Είναι αλήθεια πως δεν είχα τη διάθεση να εκκλησιαστώ και πάλι. Πριν κανά δίμηνο όμως άκουσα πως οι πιστοί πήραν είδηση τις βρομοδουλειές του παπα-Κωνσταντίνου και η Αρχιεπισκοπή τον απομάκρυνε πριν ένα χρόνο. Στη θέση του έβαλε έναν άλλον μεγαλοπαπά, μου είπε η φίλη μου η ψιψίνα Τζέιν της κόρης της κυράς Θέκλας που το σπίτι της είναι δίπλα από το Ναό. «Τι σημαίνει μεγαλοπαπάς;», ρώτησα την ψιψίνα, και αυτή μου απάντησε, «Να ο παπα-Ευάγγελος πήγαινε για μεγάλα πράγματα, για μητροπολίτης και βάλε… αλλά τον έφαγαν οι κλίκες και ξέμεινε απλός παπάς». Από τότε όπως μου είπε η καλή μου η ψιψίνα (ΝΙΑΟΥ), τον έχουν του κλώτσου και του μπα΄τσου και τον στέλνουν από δω και από κει, δήθεν και καλά για να… σβήνει φωτιές!!!
Απορείτε τι έγινε με τον παπα-Κωνσταντίνο. Ε! ακούστε… Όπως έμαθα από τη ξαδέρφη μου τη Μαρούλα που μένει στο Πόρτο Ράφτη, τον μετέθεσαν στον Αγιο Παντελεήμων στη Βραυρώνα. Όχι για πολύ όμως…
Η πρώτη λειτουργία του παπα-Κωνσταντίνου στον Άγιο Παντελέημων ήταν μια κηδεία μια γριούλας. Όπως μου είπε η καλή μου η ξαδέλφη, η γριούλα είχε ένα καλύβι στο δάσος και μια ήμερα έβαλε ένα κατσαρόλι με γάλα πάνω στη φωτιά. Όταν η γριούλα βγήκε έξω πήγε ένας γάτος αλανιάρης να το πιει, αλλά δεν πρόσεξε και πήρε φωτιά η ουρά του και φεύγοντας μέσα στο δάσος τρομοκρατημένος έβαλε άθελά του φωτιά. Από τη φωτιά κάηκε το δάσος, η γριά που έτρεχε πίσω από το γάτο για να του σβήσει την ουρά και ο γάτος βέβαια. Η γριούλα είχε μια ανιψιά που κληρονόμησε το καμένο καλύβι, το οποίο όταν το ξαναέφτιαξε μόνο καλύβι δεν έμοιαζε! Σε βίλα με μεγάλους κήπους και πισίνα έφερνε. Όταν λοιπόν πήγαν οι άνθρωποι της δασικής υπηρεσίας για να το ελέγξει μόλις αντίκρισαν… το θέαμα πάγωσαν. Διεμήνυσαν λοιπόν στην ανιψιά της γριούλας ότι αν δεν το γκρεμίσει θα καταλήξει στη φυλακή. Αυτή πάνω στην τρομάρα της πήγε και δώρισε τη βίλα στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμων.
Ποιος έκανε κουμάντο όμως στον Αγιο Παντελέημων. Ο παπα-Κωνσταντίιιινοοος! Δεν ξέρω λοιπόν πως τα κατάφερε και η βίλα πέρασε στη ιδιοκτησία του! Και κανείς δεν θα τον έπαιρνε χαμπάρι αν δεν έβαζε πωλητήριο στη βίλα για να την ξεφορτωθεί μετά… του αντιτίμου βέβαια! Ετσι η Αρχιεπισκοπή τον πήρε από τη Βραυρώνα και τον μετέθεσε εκ νέου πιο μακριά τώρα στην Σέριφο σε μια Μονή.
Ε! τα τελευταία νέα που έμαθα από το φίλο μου τον Λούλη που είχε πάει στην Σέριφο για διακοπές, δεν ήταν καλά για τον παπα-Κωνσταντίνο…
Ο αθεόφοβος με τα χαρτζιλίκια από τις προηγούμενες εκκλησίες πήγε και έφτιαξε πισίνα που λέτε… Μέσα στη Μονή και μετά την κυριακάτικη λειτουργία μάζευε εκεί ψάλτες, καντηλανάφτες και μπανιαρίζονταν παρέα με κάτι ρωσίδες καλόγριες δήθεν που πήγαιναν για προσκύνημα…
Και πως νομίζετε ότι δικαιολόγησε στο ιερατικό κλιμάκιο την πισίνα. Ότι και καλά είναι υδροσυλλέκτης γιατί το νησί δεν έχει δίκτυο ύδρευσης…
Αυτά λοιπόν για τον παπα-Κωνσταντίνο και επειδή μυρίζομαι ότι η Αρχιεπισκοπή πάλι θα τον μεταθέσει, ετοιμαστείτε για νέες περιπέτειες του αγαπημένου μας ιερωμένου! 

O Παπουτσωμένος Γάτος και ο ανίκανος βασιλιάς!



Δύσκολες μέρες για γάτες. Αυτή η κρίση μας έχει ρημάξει τους σκουπιδοτενεκέδες. Πλέον βρίσκουμε μόνο ζαρζαβατικά και κανά κομματάκι φέτα από τη χωριάτικη. Πάνε τα μισοφαγωμένα σουβλάκια, οι πίτσες και τα ψαροκόκκαλα _ΝΙΑΟΥ_ Αλλά δε φτάνει η πείνα, έχουμε κι αυτή τη ζέστη που μας έκαψε τις τελευταίες μέρες. Ψάχνουμε κανά σκιερό μέρος να βρούμε να αράξουμε γιατί για αιρκοντίσιον ούτε λόγος να γίνεται(ΝΙΑΟΥ). Και μετά από όλα αυτά είχα και την αδερφή μου προχθές που μου φόρτωσε τα γατιά της γιατί αυτή ήθελε να πάει στη συναυλία του Χατζηγιάννη λέει (ΝΙΑΟΥ).
Τι να κάνω και γω ο κακόμοιρος ο γάτος πέρασα το βράδυ μου κάνοντας babysitting.
«Λοιπόν μικρά μου γατάκια θα σας πω μια ιστορία για τον προ προ προ πάππου σας που ήταν μεγάλος και τρανός στην εποχή του», άρχισα να λέω στα ανιψάκια μου.
«Ποιος ήταν, ποιος ήταν θειούλη», με ρώτησαν με ανυπομονησία τα μικρά μου!
«Τον φώναζαν ο Παπουτσωμένος Γάτος…» τους είπα, αλλά πριν τελειώσω τη φράση μου τα γατάκια με διέκοψαν απογοητευμένα «Αααα, το ξέεερουμεεε».
Χαμογέλασα και γω τι να κάνω, και τους είπα. «Δεν πρόκειται για αυτόν που ξέρετε εσείς, είναι ένας άλλος που δεν ήταν γάτος μυλωνά, αλλά γάτος βασιλιά» και αμέσως τα ματάκια των μικρών έλαμψαν και στρώθηκαν στο δροσερό πάτωμα για ν’ ακούσουν…(ΝΙΑΟΥ)
«Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που κυβερνούσε μια χώρα, που την κυβερνούσε και πριν ο πατέρας του. Τον τελευταίο καιρό είχε αρρωστήσει πάρα πολύ και οι γιατροί έλεγαν πως γρήγορα θα πεθάνει. Έτσι ο βασιλιάς κάλεσε τον πρωτότοκο γιο του και του είπε. Γιε μου, ήρθε η ώρα να αναλάβεις τις ευθύνες σου και να οδηγήσεις εσύ αυτή τη χώρα στο μέλλον. Μετά από λίγες μέρες ο βασιλιάς πέθανε και οι τύχες της χώρας πέρασαν στο πρωτότοκο γιο. Μαζί με όλα τα υπάρχοντα ο πατέρας του τού άφησε και έναν γάτο, που τον είχε βρει πριν από πολλά χρόνια μικρό γατάκι τότε, που έτρεχε να κρυφθεί καθώς κάτι συμμορίτες που λεηλατούσαν το χωριό που έμενε, είχαν μπει στο σπίτι που έμενε και σκότωναν όποιον ήταν μέσα…
Ο γιος λοιπόν βρέθηκε ξαφνικά να είναι βασιλιάς μιας χώρας και αφεντικό ενός γάτου. Όμως δεν είχε καθόλου όρεξη για να κυβερνήσει. Του άρεσε να τρέχει, να κάνει ποδήλατο και να χορεύει και όταν έβρισκε καιρό έπαιρνε και καμιά απόφαση για το βασίλειο του. Έτσι η χώρα άρχισε να παίρνει την κάτω βόλτα και ο λαός διαμαρτυρόταν για την ανικανότητα του νέου τους βασιλιά.
Αυτός όμως δεν έπαιρνε χαμπάρι και έπαιζε με τον γάτο του που τον έντυνε στρατηγό και πολεμούσαν φανταστικούς εχθρούς.
Όταν η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο ο λαός ξεσηκώθηκε και βγήκε στους δρόμους. Ο βασιλιάς όταν αντίκρισε το μαινόμενο πλήθος έξω από το μέγαρο που έμενε κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι του. Τότε ο γάτος κορδώθηκε και πλησίασε το αφεντικό του. Μη φοβάσαι βασιλιά μου, του είπε, εγώ θα σε σώσω.
Αμέσως φόρεσε τα φανταχτερά ρούχα του στρατηγού φόρεσε ένα μεγάλο καπέλο γεμάτο φτερά και ένα ζευγάρι μπότες και έτρεξε αμέσως στο γειτονικό βασίλειο του ισχυρού Μερκελάνου. Εκεί αφού εξιστόρησε πως ο βασιλιάς του βρισκόταν σε άσχημη θέση, ζήτησε βοήθεια. Ο Μερκελάνος δεν αρνήθηκε να βοηθήσει, αλλά ζήτησε ανταλλάγματα, τα οποία ο Παπουτσωμένος Γάτος έκανε αμέσως δεκτά. Με τη βοήθεια του Μερκελάνου, ο λαός του στο βασίλειο του Παπουτσωμένου Γάτου ηρέμησε για λίγο.
Ο βασιλιάς ευχαριστημένος έχρισε τον Παπουτσωμένο Γάτο Μέγα Προστάτη του Βασιλείου και των Πολιτών.
Όμως μετά από λίγο ο Μερκελάνος άρχισε να ζητά τα ανταλλάγματα και  πονηρός  ο Παπουτσωμένος Γάτος φόρτωσε στο λαό να πληρώσει αυτός όλα τα ανταλλάγματα. .
Όταν το κατάλαβε ο λαός στράφηκε εναντίον του βασιλιά και του Παπουτσωμένου Γάτου. Τότε αυτός  χρησιμοποίησε τον στρατό του Βασιλιά για να επιβάλει την τάξη. Για άλλη μια φόρα τα κατάφερε, αλλά ο λαός αντί να φοβηθεί εξαγριώθηκε περισσότερο και αυτή τη φορά κινήθηκε εναντίον του Παπουτσωμένου Γάτου.
Τότε ο Παπουτσωμένος Γάτος έτρεξε στον Μερκελάνο και του ζήτησε βοήθεια, γιατί δήθεν κάτι συμμορίτες που λυμαίνονταν τη χώρα του απειλούσαν τη ζωή του και τη ζωή της γυναίκας του και της κόρης του.
Ο Μερκελάνος που ήθελε να τον ξεφορτωθεί του έδωσε για βοήθεια έναν παντοδύναμο μάγο να τον βοηθήσει με τα μαγικά του. Το μόνο κακό ήταν ότι ο μάγος έπινε πολύ και μεθούσε και τότε τα έκανε μπάχαλο με τα μαγικά του…
Ο Παπουτσωμένος Γάτος σίγουρος πλέον για την ασφάλεια του γύρισε στο βασίλειο και έστησε μαζί με τον βασιλιά και τον μάγο ένα τρικούβερτο γλέντι που κράτησε όλη τη νύχτα.
Ο λαός όμως βλέποντας τους άρχοντες του να μην λογαριάζουν την οργή του, αποφάσισε να βάλει ένα τέλος.


Μόλις στο παλάτι του βασιλιά όλοι κοιμήθηκαν αποκαμωμένοι από το γλέντι το φαί και το πιοτό, τότε πήραν ότι βρήκαν μπροστά τους ξύλα, πυρσούς, πιρούνες, και ότι άλλο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως όπλο και πήραν το δρόμο για το κάστρο του βασιλιά.  


Οι φωνές ξύπνησαν τον Παπουτσωμένο Γάτο που όταν βγήκε στο μπαλκόνι και είδε τον πλήθος να έρχεται με φωτιές για να τους κάψει φώναξε τον μάγο που τρεκλίζοντας από το μεθύσι πλησίασε τον Παπουτσωμένο Γάτο. Τότε αυτός του είπε, θέλω να τους κάνεις τόσο άκακους που να φοβούνται τα ποντίκια… Και ο μάγος μέσα στο μεθύσι του μετέτρεψε το πλήθος των ανθρώπων σε φοβισμένους ελέφαντες που έτρεχαν να σωθούν από τα ποντίκια που δήθεν τους κυνηγούσαν. Μέσα όμως στο φόβο τους έτρεχαν μανιασμένα παρασύροντας τα πάντα και μαζί τους παρέσυραν τον μάγο, τον βασιλιά, τον Παπουτσωμένο Γάτο και ότι κακό τυραννούσε τη χώρα τους, και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα». Κάπως έτσι τελείωσα το παραμύθι, αλλά όταν κοίταξα τα μικρά ανίψια μου είχαν ήδη αποκοιμηθεί. Δεν πειράζει έτσι κι αλλιώς μικρά είναι να ακούν για επαναστάσεις. Αρκεί όταν ξυπνήσουν  να μην είναι αργά… για τη ζωή τους στο δικό τους βασίλειο! (ΝΙΑΟΥ) 

O Tσακ Νόρις και οι κρυφοί ΕΘΕΛοντές...



ΑΑΑΑ! Καλοκαιράκι, τι ωραία που είναι! (ΝΙΑΑΑΑΡ_) το καλύτερό μου είναι το απογευματάκι που έχει πέσει η πολύ ζέστη και γεμίζει ο δρόμος και οι πλατείες παιδιά που παίζουν και φωνάζουν ανέμελα. Μου θυμίζουν την εποχή που ήμουν και γω γατάκι μικρό και τριβόμουν στα πόδια της μαμάς μου και έπαιζα κυνηγώντας την ουρά του αδελφούλη μου του γκριζούλη. Που να ΄ναι τώρα. (ΝΙΑΟΥ_)
Ακόμη καλύτερα πέρασα χθες το βραδάκι που σκαρφάλωσα στη μάντρα του ΣΙΝΕ –Παράδεισος στη γειτονιά και είδα σινεμαδάκι. Ήμουν και τυχερός καθώς με είδε η κυρά -  Ελσα στον δεύτερο πάνω στη μάντρα και μου έριξε μια φρεσκοτηγανισμένη γοπίτσα, που την έφαγα σιγά – σιγά όσο έβλεπα το έργο και την έκανα ταράτσα…
Και το έργο σούπερ. Τσακ Νόρις, ναι το καινούργιο του…
Ο Τσακ υποδυόταν τον στρατηγό Παπουτσίκ σε μια τριτοκοσμική χώρα που βρισκόταν ο λαός της σε εξέγερση.
Αυτή τη χώρα, μωρέ πως την έλεγαν, αχ ναι Ελλαδιστάν, την κυβερνούσαν επί αιώνες δύο οικογένειες. Είχαν φάει τον αγλέορα. Ετρωγαν από όπου έβρισκαν. Ολους τους είχαν δαγκώσει. Εχθρούς και φίλους (ΝΙΑΟΥ_). Τα χρόνια πέρασαν όμως κάποιοι στιγμή τους πήραν είδηση και άρχισαν να ζητούν όλοι πίσω τα φαγωμένα. Οι κυβερνώντες δεν ήξεραν τι να κάνουν για να τη γλιτώσουν και άρχισαν να παίρνουν με το έτσι θέλω τις περιουσίες του λαού και φυσικά αυτός ξεσηκώθηκε και μια μέρα ένα εξαγριωμένο πλήθος μαζεύτηκε έξω από το παλάτι τους και απειλούσε να τους κάψει…
Τότε οι έχοντες την εξουσία (πως τα λέω ΝΙΑΟΥ_), φώναξαν τον Παπουτσίκ, ναι μώρε τον Τσακ Νόρις εννοώ, να επιβάλει την τάξη. Επειδή όμως την όλη κατάσταση την παρακολουθούσαν και τα γειτονικά κράτη που και σε αυτά χρωστούσαν οι κυβερνώντες και τους ζητούσαν επειγόντως να τους δοθούν πίσω τα οφειλούμενα, έδωσαν εντολή στον Παπουτσίκ να κάνει ότι μπορεί για να διαλυθεί το πλήθος και να δείξουν στους συμμάχους - πιστωτές τους ότι και τον έλεγχο έχουν και ότι δεν κινδυνεύουν να χάσουν τα λεφτά τους. Παράλληλα με αυτά όλα έπρεπε να γίνουν χωρίς να φανεί ότι χρησιμοποιούν αλόγιστα τη βία για να επιβάλουν την τάξη…
Ο Τσακ Νόρις όπως αυτός μόνο ξέρει κάλεσε αμέσως τους επίλεκτους συντρόφους του, γνωστούς ως και ΕΘΕΛοντές της Χρυσαυγής!
Αυτοί παρεισέφρησαν κρυφά στο εξαγριωμένο πλήθος και κάνοντας το μπάχαλο έδωσαν το δικαίωμα στον στρατό του Παπουτσίκ  να επέμβει και να διαλύσει το οργισμένο πλήθος χρησιμοποιώντας δικαιολογημένα πλέον ωμή βία…
Όμως κάποιοι, αλήτες, εχθροί του έθνους, τράβηξαν τα πάντα σε βίντεο και το έστειλαν στο δικαστήριο των ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπου αυτό μετά από κάποιο διάστημα κάλεσε τον Παπουτσίκ να απολογηθεί για την ωμή βία που χρησιμοποίησε κατά ενός άμαχου και άοπλου πλήθους.
Εκεί έπρεπε να δείτε τον μεγάλο Τσακ Νόρις, που εκτός από γυριστές κλωτσιές ξέρει και από λόγια του κώλου. Εκανε μια απίστευτη στρατηγική ανάλυση της επιθέσεως που δέχθηκαν οι δυνάμεις του, οι οποίες είχαν πάει να απεγκλωβίσουν κάτι κακόμοιρους οδηγούς λεωφορείων που είχαν εγκλωβίσει οι αγανακτισμένοι πολίτες μέσα στα οχήματά τους και τα κουνούσαν πέρα δώθε, προκαλώντας ναυτία στους δύσμοιρους οδηγούς.
Εκεί λοιπόν εξήγησε πως οι δυνάμεις του εχθρού πέταξαν καπνογόνα στους δικούς του και τους επιτέθηκαν από όλες τις μπάντες. Ετσι μην έχοντας τρόπο και δρόμο διαφυγής οι δυνάμεις του Παπουτσίκ άνοιξαν πυρ και όποιον πάρει ο χάρος…
Περιττό να σας πω ότι όλο το δικαστήριο, μαζί και οι θεατές του σινεμά, η κυρά Ελσα από τον δεύτερο όροφο σηκώθηκαν όρθιοι και χειροκρότησαν αυτόν τον μεγάλο ηθοποιό.
Ο μόνος που δεν πρόλαβε να συγκινηθεί από την ηθοποιία του Τσακ Νόρις, ήμουν εγώ καθώς κάποιο κ…παιδο από την διπλανή πολυκατοικία μου πέταξε ένα μπουγέλο με νερό και όπως ήταν φυσικό… έγινα Λούης!!!

Οι «τουρίστες» φωτογράφησαν τον θαλαμοφύλακα


 

Σιγά μην έλειπε ο γάτος από την διαδήλωση. Σιγά μην αφήσω τον λουκάνικο να γίνει πρώτη φίρμα. Από τα ξημερώματα σουλάτσαρα στο Σύνταγμα. Πριν σκάσει μύτη καν ο ήλιος. Πρώτος είδα και τον σιδεροφράχτη μπροστά από την είσοδο της Βουλής. Βοήθησα κιόλας. Εδινα ρυθμό στους εργάτες πώς να τον κατεβάσουν, πώς να τον τοποθετήσουν να μην αφήσουν κενά (ΝΙΑΟΥ_). Κάποια στιγμή κουράστηκα και επειδή ήξερα ότι με περίμενε βαρύ πρόγραμμα πήγα και ξάπλωσα σε ένα παγκάκι στο πάρκο.

Πάνω που είχα χαλαρώσει λίγο, ξαφνικά άρχισε να κουνιέται ο θάμνος πίσω από το παγκάκι. Πήρα μια τρομάρα που πετάχτηκα στο διπλανό δέντρο. Έκατσα εκεί ακίνητος να δω τι συμβαίνει. Ξαφνικά πετάχτηκε πίσω από τον θάμνο ένας μπατσούλης. «Μπα παναθεμά τον τι έκανε από κει πίσω και μου χάλασε το χαλάρωμα.

Για την ανάγκη του θα είχε πάει. Μπα κάτι άλλο κρατάει ένα μαδέρι τι να το κάνει». Ξέρετε αυτό που λένε η περιέργεια σκότωσε τη γάτα. Εμένα όχι ακόμη πάντως για αυτό κατέβηκα αθόρυβα από το δέντρο και σιγά – σιγά πήγα πίσω από το θάμνο. Και τι είδα. Καμιά 50 μαδέρια στοιβαγμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Τότε άκουσα τον μπατσούλη να μιλάει στον ασύρματο. Προϊστάμενε, τα όπλα τοποθετηθήκαν στον οπλοβαστό.  Οβερ». «Καλώς όργανο, ασφάλισε τα και επέστρεψε στη βάση. Το πρωί θα τα μοιράσει στους νέους ο θαλαμοφύλακας», ακούστηκε από τον ασύρματο. Ο μπατσούλης έριξε μια τελευταία ματιά πίσω από τον θάμνο και απομακρύνθηκε με βήμα ταχύ. Πραγματικά απόρησα για τα μαδέρια, τα όπλα, τον οπλοβαστό. Τέλος πάντων από όλα αυτά μου φύγε και η κούραση και είπα να κάνω μια βόλτα στην πλατεία να δω τι γίνεται. Ήδη ο κόσμος άρχισε να συγκεντρώνεται από τις 7 το πρωί. Και όσο περνούσε η ώρα και μαζευόταν ο κόσμος, τόσο πλήθαιναν και οι αστυνομικοί. Οι πρώτοι συγκεντρωμένοι παρατηρούσαν τον σιδερένιο φράχτη και αμέσως ένας μορφασμός αποδοκιμασίας σχηματιζόταν στο πρόσωπό τους. Κατέβηκα μια βόλτα στην Ομόνοια και μία στο Πεδίο του Αρεως για να δω εκεί πως πάνε οι προσυγκεντρώσεις. Και εκεί σιγά - σιγά ο κόσμος μαζευόταν. Ολοι μιλούσαν οργισμένα και είχαν μια εντελώς άλλη διάθεση από αυτή των αγανακτισμένων στο Σύνταγμα. Εκατσα εκεί μέχρι που ξεκίνησαν την πορεία τους. Αμέσως έφυγα τρέχοντας για να δω τι γίνεται στο Σύνταγμα. Πριν όμως φτάσω, εκεί στο ύψος της Βουκουρεστίου, σε μια γωνιά πήρε το γατίσιο μάτι μου (ΝΙΑΟΥ_) τον μπατσούλη του πάρκου να μιλάει με ένα  χρυσάστερο αξιωματικό. Έτσι πρωί που ήταν διέκρινα κάτι που το βράδυ δεν είχα δει. Ο μπατσούλης ήταν και αυτός αξιωματικός,  πιο χαμηλόβαθμος αλλά αξιωματικός. Αμέσως έτρεξα δίπλα του. Τότε άκουσα τον χρυσούλη να λέει στον μπατσούλη. «Όπως είπαμε θα πάρεις αυτούς εδώ και χωρίς να σας δουν θα μεταβείτε στο σημείο Χ. Εκεί θα σας περιμένει ο θαλαμοφύλακας για να μοιράσει τα όπλα από τον οπλοβαστό. Πρόσεχε εσύ θα είσαι παραπέρα μαζί με τη διμοιρία να προσέχεις τα γίνεται στο πάρκο. Αν και αυτό έχει αποκοπεί από τους δικούς μου. Εντάξει;». «Μάλιστα κύριε» απάντησε ο μπατσούλης και έφυγε με καμιά 20 αριά άνδρες που φορούσαν πολιτικά. Επιβιβάστηκαν σε μια κλούβα της Αστυνομίας και ξεκίνησαν. Τότε άρχισαν αν τους ακολουθώ τρέχοντας. Εντάξει μου βγήκε λίγο η γλώσσα, αλλά δεν τους έχασα από τα μάτια μου. Άλλωστε οι δρόμοι ήταν άδειοι. Σταμάτησαν κοντά στο Παναθηναϊκό Στάδιο και ένας ξεχωριστά έβγαιναν προσεκτικά από την κλούβα και κατευθύνονταν γρήγορα μέσα στο πάρκο. Πήρα και γω έναν από πίσω να δω που θα πάνε. Είχα αρχίσει να υποψιάζομαι που πήγαιναν, τι γάτα είμαι άλλωστε (ΝΙΑΟΥ_), αλλά ήθελα ν α το δω με τα μάτια μου. Τελικά αυτός που ακολούθησα έφτασε στο παγκάκι μου, που από πίσω ήταν ο θάμνος που πίσω από αυτόν ήταν τα μαδέρια. Εκεί τον περίμενε ένας μαυριδερός τύπος, αλλοδαπός θα έλεγα ότι ήταν, αλλά τα ελληνικά τα μιλούσε άπταιστα. Του δωσε ένα μαδέρι και ένα σαν ρούχο να ήταν και αυτός απομακρύνθηκε τρέχοντας. Μέχρι να φύγει αυτός, δεν ήρθε άλλος. Όπως έστριψα να δω που ήταν οι άλλοι είδα τον μπατσούλη λίγο πιο πάνω να ηγείται μιας διμοιρίας ΜΑΤ που στέκονταν αμέριμνοι και χαλαροί. Από την άλλη πλευρά ξαφνικά διέκρινα μια λάμψη και μια δεύτερη και μία τρίτη. Ηταν δύο νεαροί που με φωτογραφικές μηχανές φωτογράφιζαν μια αυτόν που μοίραζε τα μαδέρια, μία τον μπατσούλη μια τη διμοιρία. Μάλιστα τον πήρε είδηση και ένας ματατζής, που φώναξε. « Ρε σεις οι τουρίστες μας τραβάνε φωτογραφία. Χαμογελάστε» και άρχισε να γελάει. Αμέσως τότε ο μπατσούλης που μιλούσε στο κινητό του, σταμάτησε και με αυστηρό ύφος είπε: « Τη δουλειά  τους αυτοί, τη δική μας εμείς και κομμένα τα γέλια, άντε μην πέσουν τίποτα καμπάνες». Μ’ αυτά και μ’ αυτά ο θαλαμοφύλακας έδωσε και το τελευταίο μαδέρι και εξαφανίστηκε προς άλλη κατεύθυνση αφού πρώτα χαιρέτησε τον μπατσούλη, που και αυτός με τη σειρά του διέταξε ανασύνταξη στη διμοιρία. Εγώ αμέσως πήρα από πίσω τον τελευταίο που είχε πάρει το μαδέρι, να δω που θα πάει. Τρέχοντας αυτός μέσα από το πάρκο βγήκε πίσω από τη Βουλή και κόβοντας από τα στενά βγήκε στο κάτω μέρος της πλατείας Συντάγματος. Λίγο πριν πήρε αυτό το ρούχο που του είχε δώσει ο θαλαμοφύλακας και το φόρεσε. Ήταν μία κουκούλα. Κάποια στιγμή σταμάτησε να τρέχει και πλησίασε κάτι άλλους τύπους που φορούσαν κουκούλες και κράνη και καρτούσαν ρόπαλα και μαδέρια. Ήταν καμιά κατοσταριά. Μόλις έφτασε κι αυτός ξεκίνησαν όλοι μαζί να ανεβαίνουν προς τη Βουλή και να φωνάζουν διάφορα συνθήματα. Διέκρινα ένα που φώναζαν, που συνήθως φωνάζουν οι αντεξουσιαστές. Αυτό που λέει «κλούβες, κλουβιά και κλούβια ιδανικά». Και το κλασσικό «μπάτσοι γουρούνια, δολοφόνοι» κάπου με μπέρδεψαν και πιο πολύ μπέρδεψαν και έναν ρεπόρτερ ενός καναλιού που με το μικρόφωνο στο χέρι  μιλούσε στην κάμερα. «Πλησιάζει τη Βουλή και ένα μπλοκ αντεξουσιαστών». Ποιοι αντεξουσιαστές ρε του λέω (ΝΙΑΟΥ_) μασκαράδες αντεξουσιάστες είναι (ΝΙΑΟΥ_), αλλά αυτός το χαβά του συνέχισε να μεταδίδει. Μέχρι να φτάσουν στη Βουλή οι 100 δήθεν αντεξουσιαστές, είχαν διπλασιαστεί καθώς από κάθε γωνιά έβγαιναν και καμιά 10αρια φορώντας κράνη και με τσάντες στους ώμους… Για να μην πολυλογώ μόλις έφτασαν στη Βουλή άρχισαν να χειρονομούν προς τους αστυνομικούς, οι οποίοι κινήθηκαν απειλητικά προς το μέρος τους. Οι αντεξουσιαστές υποχώρησαν και οι τύποι με τις τσάντες άρχισαν να πετούν πρώτα πέτρες και μετά μολότοφ και οι αστυνομικοί  απάντησαν με δακρυγόνα. Όλα αυτά μπροστά στα έκπληκτα μάτια των αγανακτισμένων που άρχισαν αν υποχωρούν καθώς δέχονταν και αυτοί δακρυγόνα αν και δεν έκαναν τίποτα.
Και ο δημοσιογράφος το χαβά του. «Κρίμα οι αντεξουσιαστές τα έκαναν πάλι μπάχαλο, χάος επικρατεί…», μετέδιδε το πολεμικό ανακοινωθέν. Ώσπου έγινε κάτι που δεν το περίμεναν ούτε οι αστυνομικοί, ούτε οι «αντεξουσιαστές». Οι αγανακτισμένοι κινήθηκαν απειλητικά και άρχισαν να απωθούν τους δήθεν αντεξουσιαστές μέχρι που τους έδιωξαν από την πλατεία μετά από αρκετή ώρα. Τα μάτια μου έτσουζαν από τα δακρυγόνα και έφυγα αμέσως μακριά για να ηρεμήσω. Θολωμένος όπως ήμουν βρέθηκα κοντά στο Παναθηναϊκό Στάδιο εκεί που ήταν σταματημένη η κλούβα που είχε μεταφέρει τον μπατσούλη και τους ψευτοαντεξουσιαστές. Ωπ, να σου και ο μπατσούλης, αλλά και ο χρυσάστερος. Ο χρυσάστερος μιλούσε σε αυστηρό ύφος του μπατσούλη. «Καλά ρε πάτε καλά. Μια διμοιρία ολόκληρη δεν είδατε που σας τράβαγαν φωτογραφίες. Μέχρι και βίντεο έβγαλαν στο internet τον θαλαμοφύλακα να μοιράζει τα όπλα». «Μα κύριε», απάντησε ο μπατσούλης «τους περάσαμε για  τουρίστες». Η απάντηση του μπατσούλη εξόργισε τον χρυσάστερο  που άρχισε να φωνάζει «ποιοι τουρίστες ρε ηλίθιε, δεν είπαμε ότι οι δικοί μου είχαν αποκόψει το πάρκο. Πώς να βρεθούν εκεί οι τουρίστες ε; πες μου ρε;». Ο μπατσούλης είχε κοκκινίσει, αλλά απάντησε στο ανώτερό του. «Ωραία φύλαγαν κύριε και αυτοί πως μπήκαν μέσα. Και καλά αυτοί, η ανακοίνωση που έβγαλε η υπηρεσία ότι και καλά συλλάβαμε έναν πακιστανό που κουβαλούσε μαδέρια, δεν είναι γελοία αφού νωρίτερα είχε ανακοινωθεί ότι το πάρκο φυλάσσονταν από ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις. Τότε πώς στο καλό βρέθηκε ανενόχλητος και με καρότσι από σούπερ μάρκετ μα μεταφέρει μαδέρια ο Πακιστανός. Γίνεται, δεν γίνεται». Ο χρυσάστερος άφρισε και σπρώχνοντας τον μπατσούλη μέσα στην κλούβα φώναζε. «Τολμάς ρε να αμφισβητείς την υπηρεσία και τους ανωτέρους σου ρε. Δεν σε βλέπω να φτάνεις ούτε τον βαθμό του Αστυνόμου ρε, σε κάνα Σουφλί σε κόβω ρεεεεε» και έκλεισε με μανία την πόρτα της κλούβας που έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση, αφήνοντας αναπάντητα ερωτήματα για τον όλο αστυνομικό σχεδιασμό (ΝΙΑΟΥ_)

Μην ξεχνάς κυρά Καίτη, μην λησμονάς...


Χθες το βράδυ είχα πιάσει από νωρίς θέση στον μαντρότοιχο του σπιτιού της κυράς Καίτης στην οδό Κορίνθου, που βρίσκεται απέναντι από την πλατεία Βουλής. Εδώ και δύο εβδομάδες οι αγανακτισμένοι της πόλης μας μαζεύονται να διαδηλώσουν κατά των αντιλαϊκών μέτρων της κυβέρνησης, κάτι άλλωστε που συμβαίνει σε όλη την Ελλάδα (ΝΙΑΟΥ).
Η κυρά Καίτη γνωστή πασοκτζού, ουκ ολίγες φορές τσακώθηκε με πολλούς από τους αγανακτισμένους νέους γιατί λέει η φασαρία που έκαναν δεν την άφηνε να κοιμηθεί… Η αλήθεια βέβαια ήταν ότι η ίδια θερμή υποστηρίκτρια της οικογένειας Παπανδρέου εξαγριωνόταν που έβριζαν τον Γιωργάκη. Η ίδια δεν ήταν απλά οπαδός του Ανδρέα, αλλά οι κακές γλώσσες λένε ότι ήταν και ερωτευμένη μαζί του. Μάλιστα σε μία ομιλία του μακαρίτη στο Περιστέρι, λένε πως η κυρά Καίτη ανέβηκε στην εξέδρα και προσπάθησε να φιλήσει τον Ανδρέα στο στόμα, πριν την απομακρύνει η ασφάλεια… Για τέτοια θέρμη μιλάμε. Ετσι λοιπόν τώρα η κυρά - Καίτη έσταζε φαρμάκι για όσους τολμούσαν να βρίζουν τον Γιώργο και το ΠΑΣΟΚ. (ΝΙΑΟΥ)
Η προχθεσινή μέρα όμως θα ήταν διαφορετική γιατί στη συγκέντρωση των αγανακτισμένων θα ερχόταν λέει κάποιος συνθέτης να μιλήσει στους συγκεντρωμένους, αλλά και να κάνουν όλοι  μαζί συναυλία διαμαρτυρίας. Ετσι είχα πιάσει πρώτη θέση για να παρακολουθήσω την όλη εκδήλωση. Ετσι λοιπόν ξαπλωμένος όπως περίμενα, άκουσα τη φωνή της κυρά Καίτης να μιλάει σε μια γειτόνισσα στην αυλή της.
-«Κακό χρόνο να χουν. Δεν πάει άλλο με αυτούς τους… τους… ακατανόμαστους».
-«Αγανακτισμένους τους λένε Καίτη μου, όχι ακατανόμαστους»
-«Ξέρω τι λέω Καλλιόπη. Ακατανόμαστοι, τεμπέληδες και ακαμάτηδες είναι. Με τι έχουν αγανακτήσει δηλαδή, με τον Γιώργο; Αυτό το άγιο παιδί που κάνει ότι μπορεί να σώσει τη χώρα μας;»
-«Δεν είναι παιδί Καίτη μου, ο πρωθυπουργός είναι και ο κόσμος έχει αγανακτήσει γιατί όλο λεφτά τους ζητάει και δεν πάει να πιάσει αυτούς που τα ‘φαγαν»
-«Ασε ρε Καλλιόπη που έμαθες και συ. Αφού το είπε ο Πάγκαλος ότι δεν τα έφαγαν αυτοί. Εμείς είπε ότι τα φάγαμε. Και έρχεται και αυτός ο μπουζουκτζής τώρα να βγάλε κανά μεροκάματο, γιατί δεν έχει να φάει»
-«Τι λες ρε Καίτη, αυτός που λες είναι ο…», αλλά πριν προλάβω να ακούσω το όνομα του μπουζουκτζή που έλεγε η κυρά Καίτη, τα χειροκροτήματα και οι ζητωκραυγές των αγανακτισμένων κάλυψαν τη φωνή της κυρά Καλλιόπης και εγώ γύρισα να δω τι συμβαίνει στην πλατεία. Ηδη ένα βαν είχε φτάσει στην πλατεία και η μουσική από τα μεγάφωνα έπαιζε… Αλλά αυτό που έπαιζε δεν ήταν μπουζούκια όπως τα εννοούσε η κυρά Καίτη. Κάτι άλλο έπαιζε… «Της Δικαιόσυυυυνης Ήηηηλιε Νοοοοητέεε…», ωχ μ’ αυτό δεν είναι…., είναι Μίκης Θεοδωράκης μέχρι και οι γάτες το ξέρουν, ποιες γάτες και τα ποντίκια θα έλεγα που είναι εντελώς στούρνοι (ΝΙΑΟΥ). Ωχ δεν ακούγεται μόνο νάτος ο ίδιος ο Μίκης. Ω Θεέ μου ο ίδιος είναι. Ποιος μπουζουκτζής κυρά μου, αυτός είναι λαϊκός ήρωας, θρύλος. Μικρό γατάκι ήταν ο μπαμπάς μου που μου λεγε για το μικρό Θοδωράκη που περήφανος για το συνονόματό του Θεοδωράκη τραγουδούσε «και συ λαέ βασανισμένε μην ξεχνάς τον Ωρωπό» στα μούτρα ενός απόστρατου ταξίαρχου της χούντας. Με αυτό μεγάλωσε ο μπαμπάς μου και με αυτό μεγάλωσα και γω…
Αχ κυρά Καίτη, μπουζουκτζής ο Μίκης, πόσο γρήγορα ξεχνούν οι άνθρωποι. Τόσο πολύ θύμωσα που έφυγα από τον μαντρότοιχο της κυρά Καίτης και υποσχέθηκα να μην ξαναπατήσω εκεί και να μην ξανά κυνηγήσω ποντίκια από την αυλή της, εκεί να την φάνε. Αμα πια…(ΝΙΑΟΥ)

Η μαμά του Γιώργου έχει τη λύση



Ένα μόνο έχω να σας πω, έχω αγανακτήσει. Τι γελάτε; Ο πιο αγανακτισμένος είμαι εγώ. Παλιά έβρισκα και καμιά μισοφαγωμένη τσιπουρίτσα στους σκουπιδοτενεκέδες. Τώρα μόνο κεφάλια από γαύρο βρίσκω και τίποτα κοκαλάκια που ούτε για γλείψιμο δεν κάνουν.
Ετσι και γω πήρα το δρόμο για το Σύνταγμα να διαδηλώσω για αυτή την κατάντια…
Όταν έφτασα στην πλατεία Συντάγματος πραγματικά τρόμαξα. Τόσο κόσμο δεν είχα ξαναδεί. Ούτε τότε που πήραμε το Γιούρο στο ποδόσφαιρο. Με έπιασε μια ανατριχίλα μην με ποδοπατήσουν και από την τρομάρα μου τρύπωσα μέσα στη Βουλή (ΝΙΑΟΥ).

Άρχισα να περιτριγυρίζω στους διαδρόμους. Όλοι άδειοι λες και οι βουλευτές να είχαν κατέβει να διαδηλώσουν; Μπαααα δε νομίζω! Κάτι φωνές στο τέλος του διαδρόμου, μου τράβηξαν την προσοχή! Πίσω από μία πόρτα που ήταν μισόκλειστη ακούγονταν κάποιοι να κουβεντιάζουν και σαν περίεργη γάτα (ΝΙΑΟΥ) που είμαι μπήκα σιγά σιγά να μην με δουν και έκατσα σε μια γωνιά πίσω από μια ντουλάπα για να δω…
Και τι είδαν τα μάτια μου… Τον πρωθυπουργό, τον υπουργό Οικονομικών, τον αντιπρόεδρο της Κυβερνήσεως ξαπλωμένο στον καναπέ και την σερβιτόρα του καφέ της Βουλής που γέμιζε τα ποτήρια τους με νερό.
Τότε μίλησε ο υπουργός Οικονομικών.
«Πρόεδρε, κοίτα κόσμος που μαζεύτηκε! Πότε δεν είχαμε τόσο κόσμο σε προεκλογική ομιλία. Έχω να δω τόσο κόσμο από τις ομιλίες του μακαρίτη του πατέρα σας. Μήπως είναι ευκαιρία να βγείτε να τους μιλήσετε, να τους πείσετε για την κρισιμότητα της κατάστασης. Αν τολμήσετε κάτι τέτοιο θα το εκτιμήσουν…»
«Λες» απάντησε ο πρωθυπουργός και έξυσε το κεφάλι του, «λες να τα καταφέρω» επανέλαβε!
Τότε πετάχτηκε ο αντιπρόεδρος, «Ρε σεις πάτε καλά, τι κάθομαι και ακούω Θεέ μου. Ρε με τα μυαλά αυτά περιμένετε να κυβερνήσετε! Μην τον ακούς Γιώργο, έχει χαζέψει από τους πολλούς υπολογισμούς. Γιατί δε βγαίνεις εσύ υπουργέ μου να τους εξηγήσεις πως θα βγει από την κρίση η χώρα μας με το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα δημοσιονομικής πολιτικής. Όχι, όχι κάτσε να έρθω και γω μαζί να τους εξηγήσω πως τα φάγαμε όλοι μαζί. Ρε τι κουλά κάθεστε και λέτε», τελείωσε τα λόγια του ο αντιπρόεδρος και χασμουρήθηκε.
«Κι όμως δεν είναι κακή ιδέα» είπε ο πρωθυπουργός που φάνηκε να μην άκουσε λέξη του αντιπροέδρου και σηκώθηκε να πάει προς το ανοιχτό παράθυρο. Μόλις στάθηκε μπροστά από συνήθεια πήγε να σηκώσει το χέρι να χαιρετήσει το πλήθος, αλλά ένα ηχηρό «κλέ - φτες, κλέ - φτες», «προ - δό - τες», τον έκαναν να οπισθοχωρήσει άτακτα μέχρι που σκουντούφλησε πάνω στον καναπέ. Τότε ο αντιπρόεδρος τον επανέφερε στην πραγματικότητα. «Ισαααα , θα πέσεις πρωθυπουργέ και δεν βλέπω κανέναν να σε βοηθήσει να σηκωθείς». Ο πρωθυπουργός έπιασε με τα δύο χέρια το πρόσωπό του και έκατσε στο γραφείο του. «Μα τι να κάνω», μονολόγησε. «Κανείς δεν με πιστεύει πια»…
«Εμ Γιωργάκη μου δεν μ’ άκουγες προεκλογικά», είπε ο αντιπρόεδρος. «Λεφτά υπάρχουν, έλεγες. Που είναι ε; Και να υπήρχαν γιατί δεν τα άφηνες για μας. Ήθελες να τα μοιράσεις. Μοίραστα τώρα».
«Μα στα έγγραφα οι αριθμοί, οι καταθέσεις, τα ομόλογα έλεγαν άλλα» πήρε το λόγο ο υπουργός Οικονομικών. «Α! καλά σωτήρα μου εσύ», τον ειρωνεύτηκε ο αντιπρόεδρος. «Ε! μοίρασε λίγα από αυτά τα χαρτιά στον κόσμο έξω, να δούμε πως θα το εκτιμήσουν». «Μα τι να κάνω» επανάλαβε ο πρωθυπουργός». Η τραγικότητα της στιγμής πραγματικά με είχε συγκινήσει. Ένας πρωθυπουργός χαμένος σε φιλοσοφικά ερωτήματα, ένας υπουργός χαμένος σε ομόλογα και καταθέσεις, και ένας αντιπρόεδρος χαμένος από καιρό, οδηγούσαν μια χώρα στα τυφλά, σε κατήφορο και χωρίς φρένα. Είχαν πιαστεί και οι επτά ψυχές μου (ΝΙΑΟΥ).
«Μα τι να κάνω» επανέλαβε στον ίδιο χαμένο τόνο ο πρωθυπουργός. Ο αντιπρόεδρος κουνώντας το κεφάλι του σηκώθηκε αργά αργά από τον καναπέ. «Πάρε τη μαμά σου να σου πει», είπε στον πρωθυπουργό και τότε κάτι σαν να χτύπησε τον πρωθυπουργό που τινάχθηκε και έλαμψε το πρόσωπό του. Πραγματικά αυτό το ρεύμα ελπίδας που χτύπησε τον πρωθυπουργό διαπέρασε και μένα που ανατρίχιασα στην κυριολεξία. «Η μαμά θα δώσει τη λύση» είπα από μέσα μου και άστραψαν τα γατίσια μάτια μου… Την ώρα που ο πρωθυπουργός σχημάτιζε το νούμερο του τηλεφώνου της μητέρας του και ακουγόταν το τουτ, τοουυυυτ από το ακουστικό όλοι περιμέναμε με αγωνία να ακούσουμε τα λόγια της μαμάς. Μόνο ο αντιπρόεδρος συνέχιζε να κουνάει πάνω κάτω το κεφάλι του. «Εμπρός» ακούστηκε η φωνή της μάνας. «Έλα μάνα ο Γιώργος είμαι» είπε στη μάνα του ο πρωθυπουργός «και θέλω να σε ρωτήσω…». Εκείνη την κρίσιμη ώρα της ερώτησης ο αντιπρόεδρος πλησίασε το ανοιχτό παράθυρο και τότε μία απίστευτη βοή, μια φωνή χιλιάδων ντεσιμπέλ τάραξε την ατμόσφαιρα. «Να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή και ο Πάγκαλος μαζί» ακούστηκε από το πλήθος και ήταν τόσο δυνατό που άρχισαν να σπάνε τα τζάμια της Βουλής, τα κρυστάλλινα ποτήρια, τα τζάμια, από τις βιβλιοθήκες, ο κακός χαμός σας λέω. Ήταν τόσο τρομακτικά όλα αυτά, που ο υπουργός Οικονομικών πρώτος, ο πρωθυπουργός δεύτερος και ο αντιπρόεδρος λόγω ειδικού βάρους, πετάχτηκαν στους διαδρόμους και άρχισαν να τρέχουν προς την έξοδο φωνάζοντας «Βοήθεια μας καίνε, μας καίνε». Ήταν τόσο σπαραχτικές οι φωνές τους που τρόμαξα και γω και άρχισα να τρέχω με τα χίλια, τους πρόλαβα, τους προσπέρασα και πρόλαβα να βγω έξω από τη Βουλή. Αμέσως κοίταξα πίσω μου να δω τη φωτιά, αλλά δεν είδα τίποτα. Ευτυχώς τους πολιτικούς μας τους σταμάτησαν στην έξοδο η ασφάλεια γιατί εάν έκαναν πως έβγαιναν νομίζω σήμερα δεν θα υπήρχαν. Έτσι με αυτά και με αυτά η πατρίδα μας έχασε μία ακόμη ευκαιρία να σωθεί από τα λόγια της μητέρας που πάντα έχει λύσει για τα παιδιά της… Οπότε και γω πάω και σήμερα μια βόλτα στο Σύνταγμα μήπως μάθω τελικά τι είπε η μαμά στον πρωθυπουργό…(ΝΙΑΟΥ)  

Το παγκάρι του παπά – Κωνσταντίνου!


 

Το ξημέρωμα της Κυριακής με βρήκε στην πάνω γειτονιά οπότε πέρασα και από την εκκλησία του Αγίου Θεράποντα βοήθειά του για να κάνω και γω την  προσευχή μου και να σβήσω καμιά αμαρτία, γιατί εφτά ψυχές έχω να παραδώσω τι να κάνω έχω πολλή δουλειά ακόμη…(ΝΙΑΟΥ)

Εκεί στον Άγιο Θεράποντα λειτουργεί ο παπά Κωνσταντίνος. Είναι ένας παμπόνηρος παππούλης που από δω τα φέρνει από εκεί τα στέλνει πάντα γεμίζει το Ναό από πιστούς. Με σλόγκαν τα πάντα για το ποίμνιο του Κυρίου εφευρίσκει διάφορους τρόπους για να ανοίξει τα πορτοφόλια των εκκλησιαζομένων και να γεμίσει τα παγκάρια….(ΝΙΑΟΥ)

Εφτασα λίγο πριν αρχίσει  λειτουργία και έτσι νωρίς που ήταν και δεν υπήρχε κόσμος τρύπωσα από το ανοιχτό παράθυρο και έφτασα στο γραφείο του παπά όπου άκουσα ομιλίες. Μια γατίσια ματιά που έριξα μέσα διέκρινα τον καντηλανάφτη και τον δεξιό ψάλτη να κουβεντιάζουν. Το πρόσωπο του παπά – Κωνσταντίνου ήταν συνοφρυωμένο, σαν κάτι να τον απασχολούσε. Χαϊδεύοντας το μούσι του άρχισε να μιλά.

«Λοιπόν κύριοι ο προηγούμενος έρανος δεν πήγε καλά. Οσα βγάλαμε δεν φτάνουν ούτε να αγοράσουμε χαλί από τη λαϊκή αγορά, όχι τάπητες που θέλουμε για την εκκλησία». «Ασε που από αυτά πρέπει να δώσουμε να αγοράσουμε και κεριά. Ο έμπορος είπε ότι δεν μας δίνει άλλη πίστωση», είπε ο καντηλανάφτης. «Μωρέ τι μας λες» είπε ο παπά – Κωνσταντίνος, «Θα πάμε σε άλλον» συμπλήρωσε. «Ούτε αυτό γίνεται», απάντησε ο ψάλτης. «Ο έμπορος που αγοράζουμε τώρα τα κεριά, είναι φίλος του επίτροπου Μερκελίδη και δεν θα μας αφήσει» είπε ξανά ο ψάλτης. Ο παπά – Κωνσταντίνος πετάχτηκε όρθιος και είπε σε έντονο ύφος, «Κι αυτόν τι το νοιάζει, δικός του είναι ο ναός. Αλλά βέβαια όλο και καμιά μίζα θα παίρνει». «Μόνο αυτό είναι λες. Εδώ μας πιέζει να βγάζουμε κι άλλους δίσκους στο τέλος της λειτουργίας, να βάλουμε κι άλλο ταμείο υπέρ αστέγων» είπε ο καντηλανάφτης. «Μα καλά αφού έχουμε ταμείο υπέρ φτωχών και απόρων, το ταμείο υπέρ αστέγων σε τι διαφέρει. Υπάρχει κανένας άστεγος που να μην είναι άπορος», αναρωτήθηκε ο παπάς – Κωνσταντίνος. «Εμ αυτό του είπαμε και εμείς, αλλά αυτός επιμένει», απάντησε ο ψάλτης και συνέχισε «δεν καταλαβαίνει ότι ο κόσμος θα δώσει τα ίδια απλά θα τα μοιράσει σε όσα παγκάρια του βάλουμε ή σε όσους δίσκους του βγάλουμε».

«Ετσι όπως το πάει ο Επίτροπος θα διώξει τον κόσμο, αλλά τι να καταλάβει αυτός, στο μέτρημα πάντα έρχεται. Εμείς ακούμε τις μουρμούρες του κόσμου και…», είπε ο καντηλανάφτης αλλά πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του διέκοψε ο παπά – Κωνσταντίνος: «Τέλος πάντων βάλτε και το άλλο ταμείο, αλλά φροντίστε να βγει και κανά χαρτζιλίκι για μας».

Οι τελευταίες κουβέντες του παπά – Κωνσταντίνου με τάραξαν στην κυριολεξία. Τόσο που μου σηκώθηκε η τρίχα και οπισθοχώρησα σαν να συνάντησα κανά λ

Είσαι κοντή και χοντρή


Οι φωνές από το διαμέρισμα του κυρ Θόδωρου που μένουν στην οδό Ελευσίνος με έκαναν να ακροβατήσω μέσα στο σκοτάδι, 9.30 το βράδυ γαρ, μέχρι να φτάσω στο μπαλκόνι τους στο 4ο όροφο. Η γυναίκα του η κυρά Πόπη ποτέ δε με ξεχνά και ότι ψαροκέφαλο ή κόκκαλο, ξεφύγει από τη μασέλα του άντρα της, φτάνει στην αφεντιά μου (ΝΙΑΟΥ). Συνεπώς από έννομο συμφέρον βρέθηκα να κοιτάζω έξω από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα, έτοιμος να επέμβω εάν η περίσταση το επέβαλε. Μέσα στο διαμέρισμα ο κυρ Θόδωρος όρθιος τα ‘χωνε στη γυναίκα του η οποία απαντούσε και αυτή σε έντονο ύφος κουνώντας μια ξύλινη κουτάλα.
Δίπλα από την κυρά Πόπη υπήρχαν τα συντρίμμια μια καρέκλας και πιο δίπλα διασκορπισμένα γυαλιά.
-«Δεν φτάνει που είσαι κοντή είσαι και χοντρή. Δεν έφτανες να βάλεις τα ποτήρια στο σύνθετο πήρες και αυτή την λεπτή καρέκλα για να ανέβεις. Πώς να σ’ αντέξει κακομοίρα!»
-«Ναι βγάλε το σκούφο σου και χτύπα με, ρε Θόδωρε. Γιατί δεν ανέβαινες εσύ. Αλλά που να ανέβεις έτσι που έχεις γίνει. Που να σηκώσεις το πόδι σου, μπορείς»
-«Εγώ γυναίκα δεν είμαι χοντρός, είμαι βαρυκόκαλος από γεννησιμιού μου. Ο γιατρός που με ξεγέννησε έχυσε 5 κιλά ιδρώτα για να με βγάλει από την κοιλιά της μάνας μου. Τα χουμε πει»
-«Ναι, ναι και γω μπορεί να είμαι χοντρή αλλά έχω λεπτά αισθήματα. Εγώ ακούω τζαζ και κλασική μουσική»
-«Γιατί εγώ τι ακούω. Τα ίδια δεν ακούω, κυρά μου».
-«Ναι αντρούλη μου, όταν ο ήχος από τα ρεψίματα, δεν καλύπτουν τις νότες».
-«Καλά όλα αυτά λες και με κοροϊδεύουν στο δρόμο».
-«Καλέ μου ο κόσμος δεν σε κοροϊδεύει για αυτά που λέω εγώ, αλλά γιατί σε κάθε σου βήμα φεύγει και μια πορδή. Δεν βλέπεις που όλοι κουνούν τα κεφάλια τους και κρατούν τη μύτη τους».
-«Εντάξει, εντάξει μας έπεισες βάλε να φάμε τώρα».
-«Τι να φάμε ρε συ. Δεν το ‘φαγες όλο το αρνάκι το μεσημέρι».
-«Όχι το έφαγα. Ολοι μαζί το φάγαμε γυναίκα».
-«Ποιοι όλοι, ρε προκομένε. Εγώ έφαγα δυό πατατούλες και σαλάτα. Ο Γιωργάκης έφαγε χόρτα αφού του μυρίζει το αρνάκι, και η Τόνια έφαγε αυτό το οικολογικό γιαούρτι, γιατί κάνει δίαιτα για το καλοκαίρι. Μόνος σου το φαγες. Μόνος σου!»
-«Δηλαδή και τώρα δεν έχει να φάμε τίποτα για βράδυ;»
-«Εχει κάτι μπαρμπούνια από προχθές, τα χω για το γάτο».
-«Ποιο γάτο ρε συ αυτό το μαύρο, τον αναρχικό, που όποτε με βλέπει του σηκώνεται η τρίχα;»
-«Πώς να μην του σηκώνεται ρε Θόδωρε αφού όποτε βγαίνεις στο μπαλκόνι τον πατάς»
-«Εγώ ή αυτός μπλέκεται στα πόδια μου. Όπως κάνεις ο Τσίπρας στον Πάγκαλο»
-«Για αυτό καλέ του φωνάζεις Ψι,ψι,ψι Αλέξη έλα, έχω ψαροκόκαλο και μόλις έρθει τον αρχίζεις στις κλωτσιές»
-«Ναι για αυτό. Φέρε τα μπαρμπούνια τώρα να φάμε γυναίκα και άσε με και συ με τη γατούλα και τη ροζ μυτούλα»
Κάπως έτσι τελείωσε ο τσακωμός ανάμεσα στον κυρ Θόδωρο και την κυρά Πόπη, και κάπως έτσι αποτέλειωσε ο κύρης του σπιτιού τα ωραία μπαρμπουνάκια μου. Αυτός έτρωγε, η γυναίκα του μάζευε τα σπασμένα γυαλιά και εγώ βουρ για το σκουπιδοτενεκέ να βρω κανά μισοφαγωμένο κομμάτι πίτσα, μην πέσω νηστικός για ύπνο και γουργουρίζει η κοιλίτσα μου!

Ληστεία με την άδεια του... ΔΙA

Μόλις είχε αρχίσει να ξημερώνει, και καθώς ήμουν κουρασμένος από το βραδινό περίπατο, την είχα αράξει στο μπαλκόνι του Κωστάκη του φοιτητή, που είχε γυρίσει κι αυτός καμιά ώρα πριν από τη δική του τη βόλτα και τώρα κοιμόταν βαριά.
Εγώ πριν γύρω το κεφάλι μου, έπρεπε να πλυθώ. ΝΙΑΟΥ!
Λίγο πριν τελειώσω και με τα μουστάκια μου, άκουσα τις ρόδες ενός αυτοκινήτου να στριγγλίζουν πάνω στο δρόμο και στη συνέχεια άκουσα ένα δυνατό κρότο ΜΠΑΑΑΑΜ, που με έκανε να παταχτώ κανα μέτρο ψηλά. Αμέσως κοίταξα απέναντι από το μπαλκόνι που άκουσα το δυνατό κρότο. Τι να δω, ένα αυτοκίνητο είχε καρφωθεί πάνω στα κατεβασμένα ρολά ενός κοσμηματοπωλείου και τα είχε διαλύσει όλα. Η μούρη του αυτοκινήτου είχε μπουκάρει για τα καλά μέσα στο κοσμηματοπωλείο και κάτι τύποι με κουκούλες στο κεφάλι και κάτι κουμπούρια ορμούσαν μέσα στο μαγαζί, ενώ ο συναγερμός χαλούσε βάραγε ασταμάτητα. Από το… σαματά είχε ξυπνήσει και ο Κωστάκης που βγήκε γυμνός φορώντας μόνο το μποξεράκι του στο μπαλκόνι (δεν προσέχει αυτό το παιδί και θα κρυώσει ΝΙΑΑΑΑΡ).
-«Α! τους βλάκες, τι πίνουν. Αφού δεν το αντέχετε ρεεεε, τι το πίνετε. Ελάτε μαλάκες να δείτε τώρα τι κάνατε», είπε δυνατά ο Κωστάκης, χασμουρήθηκε και μπήκε να συνεχίσει τον υπνάκο του, καθώς δεν αντιλήφθηκε τι πραγματικά συνέβη, καθώς ήταν από το βαρύ ύπνο!
Φαίνεται όμως ότι στη γειτονιά του Κωστάκη, όλοι κοιμούνται βαριά γιατί εκτός από την κυρά Κατίνα που τράβηξε την κουρτίνα για λίγο και κοίταξε κανείς άλλος πήρε χαμπάρι.
Εγώ όμως καθαρόαιμο γα
τί (ΝΙΑΟΥ), κατάλαβα ότι γίνεται ληστεία και με ένα σάλτο βρέθηκα στο διπλανό μπαλκόνι του Λάμπρου, από εκεί πήδησα στην ταράτσα του κυρ Βαγγέλη και για να μη πλατειάζω βρέθηκα στο τσακ μπαμ έξω από το αστυνομικό τμήμα που βρισκόταν δύο στενά πιο κάτω… Αρχισα αμέσως να νιαουρίζω δυνατά, για να ξυπνήσω τον ειδικό φρουρό, που βρισκόταν μέσα στο φυλάκιο. ΝΙΑΑΑΑΑΟΥΥ, ΝΙΑΑΑΑΟΟΟΥ, αλλά ο φρουρός τίποτα «φύλαγε» τα όνειρα του. Τότε έδωσα ένα πήδο και βρέθηκα φαρδύς πλατύς στην αγκαλιά του. Αμέσως ο ειδικός φρουρός πετάχτηκε στον αέρα, ΑΑΑΑΛΤ τι συ; Παρασύνθημα!, φώναξε σαν άλλος ακρίτας στα σύνορα, μάλλον πολεμικό όνειρο έβλεπε (ΝΙΑΟΥ), ψάχνοντας για τον εχθρό! Μόλις με αντίκρισε να νιαουρίζω, μου πέταξε το κυπελλάκι με ότι καφέ είχε απομείνει λέγοντας, «άει, ρε παλιόγατο και με κοψοχόλιασες»! Πάλι καλά που πρόλαβα το γατί και τον απέφυγα τον καφέ, αλλιώς πάλι μπουγάδα από την αρχή θα είχαμε!
Νάσου και εκείνη την στιγμή κατέβηκε λαχανιασμένος από το τμήμα και ο αξιωματικός υπηρεσίας, νέομπας πρέπει να ήταν, αμούστακος, ατσαλάκωτος και τέτοια. «Ρε συ με πήραν τηλέφωνο από την Κανάρη, ληστεία έγινε ρε συ…» αποκρίθηκε στον φρουρό. «Και συ τι κατέβηκες κάτω για να πας  να τους πιάσεις», του απάντησε ο φρουρός, «τράβα πάνω να στείλεις σήμα» του είπε και ο αξιωματικός υπηρεσίας εξαφανίστηκε. «Τι είναι τούτοι ρε συ, πως τους βγάζουν από τη σχολή, δεν ξέρουν που παν τα τέσσερα», μονολόγησε και μπήκε στο φυλάκιο. Καθώς είχε τελειώσει η αποστολή μου, αποκαμωμένος έκανα να φύγω, αλλά άκουσα τα δυνατά βήματα του αξιωματικού υπηρεσίας που κατέβαινε πάλι τα σκαλιά. «Ρε συ» λέει πάλι στον φρουρό, «αυτοί της ΔΙΑΣ δεν ήρθαν ακόμη». «Δεν ξέρω έχω μέρες να τους δω», απάντησε ο φρουρός. «Νομίζω πως κάνουν κάτι σαν λευκή απεργία, για τον τσακωμό με τους Ζητάδες» συνέχισε ο φρουρός και ρώτησε «Τι σου είπαν από το κέντρο». «Τι να πουν ψάχνουν να βρουν κανα περιπολικό να στείλουν είπαν». Κατάλαβα λοιπόν πως ο κακόμοιρος ο κοσμηματοπώλης θα έκλαιγε την πραμάτεια του, και είπα να κάνω μια προσπάθεια να σταματήσω εγώ τους ληστές, αλλά όσο κι αν έτρεξα γρήγορα , οι ληστές είχαν ολοκληρώσει το έργο τους. Τα είχαν σηκώσει όλα. Ούτε φυλαχτό δεν είχε μείνει. Ούτε χάντρα για το μάτι που λένε… Τι να πω και γω έκανα ότι μπορούσα. Ετσι έστριψα στη γωνία νωχελικά και απομακρύνθηκα να πάω στο σπιτάκι μου κάτω από το γιασεμί να ρίξω κανά υπνάκο (ΝΙΑΡΡΡΡ), αφήνοντας την κυρά Κατίνα που είχε κατέβει στο δρόμο να εξηγεί με κάθε λεπτομέρεια στους περαστικούς, που κοντοστέκονταν και κοιτούσαν τα συντρίμμια του κοσμηματοπωλείου, για τον κακό χαμό που βρήκε τη γειτονιά τους!